Σχεδόν ολόκληρο το επιτυχημένο πρωταγωνιστικό σύνολο της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς «Άγιος Έρωτας» αφήνει για λίγο τις κάμερες και ανεβαίνει στη σκηνή, μεταφέροντας στο καλοκαιρινό θέατρο μια κωμωδία καταστάσεων και παρεξηγήσεων, που μιλά για κάτι διαχρονικό: την ανθρώπινη επιβίωση και την κοινωνική υποκρισία. Το έργο του Eduardo De Filippo, «Uomo e Galantuomo» (Άνθρωπος και Ευγενής), γραμμένο το 1922, ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Ταμίλα Κουλίεβα με τον ελληνικό τίτλο «Ο Σώζων εαυτόν σωθήτω», επιλογή που αναδεικνύει τον πυρήνα του έργου και μοιάζει να συνομιλεί με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Θα ξεκινήσω από το fandom κοινό του σήριαλ που έδωσε ηχηρό παρόν στην παράσταση. Γύρω σου άκουγες «είναι η/ο ηθοποιός που έπαιζε στο σήριαλ» και ο ψίθυρος δυνάμωνε από στόμα σε στόμα. Μεγάλης ηλικίας κυρίες/κύριοι, νεαρότεροι και παιδιά. Κι αυτό κάθε άλλο παρά αρνητικό είναι, εφόσον η δύναμη της τηλεθέασης γίνεται κάποιες φορές η αφορμή το κοινό να αγκαλιάσει τη θεατρική τέχνη.
Στα Θέατρα Βράχων η ατμόσφαιρα είναι μαγική, το τοπίο λειτουργεί από μόνο του ως φυσικό σκηνικό και η θετική ενέργεια που εκπέμπει ο τόπος σε αποφορτίζει. Μοιάζει σαν να παρακολουθείς παράσταση έξω από το κλεινόν άστυ και ταιριάζει απόλυτα με την κεντρική ιδέα του έργου.
Ένας περιοδεύων θίασος, ή καλύτερα ένα περιπλανώμενο «μπουλούκι» που ταξιδεύει στην επαρχία ξυπνά ζωντανές μνήμες από μια μακρινή περίοδο της τέχνης του θεάτρου που διατηρεί κοινή θεατρική παράδοση στην Ελλάδα και την Ιταλία. Τότε που η τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη. Και οι θεατρικές σκηνές ήταν προνόμιο κυρίως των Αθηναίων. Τα «μπουλούκια» ταξίδευαν σε αγροτικές περιοχές σαν αγγελιοφόροι του πολιτισμού, μεταφέροντας το θέατρο από πόλη σε πόλη. Στις παραστάσεις τους συνέρρεε ποικιλόμορφο πλήθος και ήταν ίσως ο μοναδικός τρόπος ψυχαγωγίας, μετά τα πανηγύρια.
Αυτοσχέδιες σκηνές στήνονταν συνήθως στην πλατεία του χωριού, τα καθίσματα από τα γύρω καφενεία, σχολεία ή την κοινότητα έπαιρναν θέση για να φιλοξενήσουν τους θεατές. Με μέσα πενιχρά. Τα κοστούμια κάθε άλλο παρά πολυτελή ήταν. Η διαφήμιση γινόταν με χειροκίνητο, μεταλλικό «χωνί». Τον περίφημο τηλεβόα. Με αυτόν γυρνούσαν απ’ άκρου εις άκρον του χωριού, λίγες ώρες πριν την παράσταση, για να διαλαλήσουν το έργο τους και να μαζέψουν κόσμο. Την μικροφωνική και ηχητική εγκατάσταση αντικαθιστούσαν η στεντόρεια φωνή των ηθοποιών και η υποκριτική υπερβολή. Το ρεπερτόριό τους ποικίλο, ανέβαζαν από κωμωδίες μέχρι αρχαίες τραγωδίες, οπερέτες και μελοδράματα. Και φυσικά οι ρόλοι τους ήταν πολυσχιδείς. Τα μέλη του θιάσου δεν έπαιζαν μόνο, βοηθούσαν στο στήσιμο της σκηνής ή τη διανομή των εισιτηρίων. Ταξίδευαν με τα πόδια ή με κάρα και αργότερα με μικρά φορτηγά.
Αυτή ακριβώς είναι και η πρώτη πράξη του έργου. Ο θίασος με τα μπαγάζια του, στοιβαγμένος σε κάποιο μέσο της εποχής, να πηγαίνει πάνω – κάτω, να κοιτάζει ανήσυχος δεξιά- αριστερά, με μια υπόκωφη απορία «πού πάμε;». Η Αντωνία Οικονόμου αποτύπωσε με ακρίβεια στην κινησιολογία των έμπειρων ερμηνευτών το ταξίδι – ταλαιπωρία της δεκαετίας του ’50. Ο θίασος φτάνει στον προορισμό του. Εκεί, ο Αλμπέρτο, ο παραγωγός του θιάσου, έχει φροντίσει τη διαμονή τους σε ξενοδοχείο της λουτρόπολης. Κατάκοποι από το ταξίδι, δίνουν την πρώτη τους – μάλλον αποτυχημένη παράσταση – αν αναλογιστεί κανείς τα γιουχαίσματα του κοινού. Μαγειρεύουν στην cuata, ένα αυτοσχέδιο μαγειρικό σκεύος φτιαγμένο από κονσερβοκούτια, για την οποία είναι πολύ περήφανος ο θιασάρχης, ο Τζενάρο, τον οποίο υποδύεται με χειρουργική ακρίβεια ο Δημήτρης Παπανικολάου. Έμπειρος και δοκιμασμένος ηθοποιός στο δράμα και στην κωμωδία αποδίδει με ωριμότητα και αφοσίωση τον χαρακτήρα που υποδύεται. Οδηγεί τους θεατές σε αλλεπάλληλα ξεσπάσματα άκρατου γέλιου με τις ηχητικές μιμήσεις μετακίνησης αντικειμένων, την κλιμακωτή κορύφωση των πιο εκρηκτικών σκηνών και τη συναισθηματική ευφυΐα που τον διακρίνει.
Ο Θανάσης Κουρλαμπάς είναι ο θεατρικός επιχειρηματίας Αλμπέρτο και υπεύθυνος για τα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής. Ευπρεπής, μορφωμένος, εύπορος με αέρα κοσμοπολίτη, λάτρης του γυναικείου φύλου, αντικείμενο έλξης για τα κορίτσια της περιοχής, ερωτευμένος παράφορα με μια νεαρή κυρία που επιμελώς του αποκρύπτει την ταυτότητά της. Εμπνευσμένος καλλιτέχνης ο Κουρλαμπάς, συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να σε φέρουν στο θέατρο. Με μέτρο και χωρίς υπερβολές, υποδύεται τον χαρακτήρα ουσιαστικά και αυθεντικά. Τον έχω ξεχωρίσει για τους μονολόγους που υπηρετεί άψογα και με σεβασμό στο κείμενο.
Σε διπλό ρόλο η Δανάη Παππά, ως Μπίτσε σύζυγος εύπορου γιατρού και ερωμένη του Αλμπέρτο και ως Βιόλα ερωμένη του Τζενάρο, έγκυος και στις δύο περιπτώσεις. Στο ύψος των περιστάσεων και στους δύο ρόλους. Είτε προέρχεται από τον εύρωστο κόσμο με τις βεβαιότητες και την ασφάλεια που της παρέχει, είτε από το μπουλούκι μαθημένη να διεκδικεί όσα της ανήκουν. Η φυσική ομορφιά, η εκλεπτυσμένη κινησιολογία, η εκπαίδευσή της στον χορό, η πλαστικότητα στην κίνηση και η χάρη, η έμφυτη φινέτσα και το δυναμικό ταπεραμέντο, την οδηγούν να κινείται με ευκολία από τον έναν ρόλο στον άλλο. Με βασικό πλεονέκτημα τη σταθερή καλλιτεχνική της εξέλιξη σε τηλεοπτικούς ρόλους, διανύει μια αξιοπρόσεκτη δημιουργική πορεία.
Ο Μιχάλης Πανάδης είναι ο ξεκαρδιστικός υποβολέας Ατίλιο και ο αλαζόνας γιατρός Κάρλο, σύζυγος της Μπίτσε. Νέος, πολλά υποσχόμενος ηθοποιός και σκηνοθέτης, μας έρχεται από τη Θεσσαλονίκη με low profile και εξαιρετικές προοπτικές. Με αβίαστο και έμφυτο ταλέντο συμπορεύεται με επιτυχία με την εμπειρία και τη βεβαιότητα συναδέλφων του που κατοικούν χρόνια στο σανίδι.
Ο Πάνος Κλάδης υπηρετεί άψογα εκτός από τους αντρικούς και τους γυναικείους ρόλους. Κάτω από το σοβαρό προσωπείο του κρύβει έναν ατόφιο κωμικό που κλέβει το γέλιο σου πριν καν το συνειδητοποιήσεις. Τον είδαμε και στην ταινία «Καποδίστριας» πρόσφατα. Στο έργο εκπληκτικό δίδυμο με τον Ιάσων Βροχίδη, ως ο καλός και ο κακός μπάτσος. Εκτελούν ένα σύντομο χορευτικό ντουέτο, που συνοδευόμενο από την κατάλληλη μουσική υπόκρουση, παραπέμπει στον κλασικό βουβό κινηματογράφο των μεγάλων κωμικών.
Η Ταμίλα Κουλίεβα υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση, τη μουσική επιμέλεια και πρωταγωνιστεί. Για τη σκηνοθετική της δεινότητα θα μιλήσουν με όρους πολύπλοκους οι ειδικοί. Με απλούς και όχι εξειδικευμένους όρους, έχει μια ανθρωποκεντρική, νοσταλγική και τρυφερή ματιά για τους ήρωες και τους χαρακτήρες. Η μουσική έχει επιλεγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τη νοσταλγική ατμόσφαιρα των μπουλουκιών με τις μελωδίες να υπογραμμίζουν τα κωμικά στοιχεία, τις παρεξηγήσεις και τα ευτράπελα. Ως πρωταγωνίστρια, αλλά και σκηνοθέτις καθοδηγεί τον θίασο εσωτερικά και ως ενεργό μέλος της σκηνής. Εσκεμμένα δεν επιδιώκει τα φώτα της σκηνής επάνω της, ενισχύοντας την αίσθηση της οργανωμένης ομάδας που πρέσβευαν οι θίασοι της εποχής. Και τα καταφέρνει άριστα, δίνοντάς μας σιωπηλές αλλά εκκωφαντικές στιγμές κωμωδίας, όταν όντας ετοιμοθάνατη (στο ρόλο της) στις πρόβες καθαρίζει επί σκηνής φασολάκια.
Η επιλογή του έργου, αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία να γνωρίσουμε τη σημασία στην παράδοσή μας των περιοδευόντων θιάσων, των οποίων οι ρίζες έχουν αρχαίες καταβολές και συνδέονται άμεσα με τους περιπλανώμενους διονυσιακούς θιάσους, τους αοιδούς, τους ραψωδούς και το «άρμα του Θέσπιδος». Το θέατρο των φτωχών αποτέλεσε, παρά τις δύσκολες συνθήκες, φυτώριο ταλέντων και σχολείο μέσα από το οποίο ξεπήδησαν μερικοί από τους σπουδαιότερους Έλληνες ηθοποιούς.
Ένας μικρός περιφερόμενος θίασος. Άνεργοι, απαίδευτοι πολλές φορές, χωρίς σκηνοθέτη, χωρίς σκηνικά, χωρίς ολοκληρωμένο κείμενο· μόνο με μια βασική ιδέα και την ανάγκη να βγει το μεροκάματο. Ένα «σκορποχώρι», όπως συχνά τους αποκαλούσαν. Κι όμως, μέσα από αυτό το φαινομενικό χάος γεννήθηκαν σπουδαίοι ηθοποιοί και γράφτηκε ένα σημαντικό κομμάτι της θεατρικής μας ιστορίας.
Δύσκολα είναι να αποφύγει κανείς τον παραλληλισμό με τη σημερινή Ελλάδα. Διαθέτουμε θεσμούς, επιστημονικό δυναμικό, ανθρώπους με γνώσεις και εμπειρία, όμως πολλές φορές λειτουργούμε χωρίς κοινή κατεύθυνση, σαν να αυτοσχεδιάζουμε πάνω σε μια σκηνή που καταρρέει. Κι έτσι ο καθένας μοιάζει να προσπαθεί να διασώσει ό,τι μπορεί: τη δουλειά του, την αξιοπρέπειά του, την ελπίδα του. Τελικά, ο τίτλος του έργου δεν είναι απλώς μια παροιμιώδης φράση· μοιάζει να περιγράφει με ακρίβεια την εποχή μας. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω».