Υπάρχουν παραστάσεις αρχαίου δράματος που προσπαθούν να μας μεταφέρουν στην εποχή του Αισχύλου. Και υπάρχουν παραστάσεις που επιχειρούν το αντίθετο: να φέρουν τον Αισχύλο μέσα στη δική μας εποχή. Οι «Πέρσες» του Χρήστου Θεοδωρίδη ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσουμε μια συμβατική αναπαράσταση της αρχαίας τραγωδίας. Ο Χορός αποτελείται από νέους ανθρώπους του σήμερα, ανθρώπους που περιμένουν, φοβούνται, αγωνιούν και τελικά μαθαίνουν ότι ο πόλεμος δεν είναι μια αφηρημένη ιστορική έννοια, αλλά μια πραγματικότητα που επιστρέφει πάντα με το ίδιο τίμημα: ανθρώπινες ζωές.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της παράστασης. Ο Θεοδωρίδης δεν ενδιαφέρεται τόσο να μας θυμίσει τη μάχη της Σαλαμίνας όσο να μας κάνει να αισθανθούμε τι σημαίνει να περιμένεις νέα από έναν πόλεμο. Ο Αισχύλος μιλά για τους Πέρσες, όμως η παράσταση θέλει να μιλήσει για όλους τους ανθρώπους που περιμένουν σήμερα κάποιον δικό τους να επιστρέψει. Η ιστορική απόσταση μικραίνει και το αρχαίο κείμενο αποκτά μια απρόσμενη επικαιρότητα.
Ιδιαίτερα δυνατός είναι ο Χορός. Δεν λειτουργεί απλώς ως σχολιαστής της δράσης, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός, ένα συλλογικό σώμα που κουβαλά το τραύμα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η κίνηση, η φωνή, η σωματικότητα και η μουσική δημιουργούν στιγμές μεγάλης έντασης. Ο θρήνος δεν παρουσιάζεται ως κάτι στατικό· γίνεται σχεδόν σωματική ανάγκη.
Από τους πρωταγωνιστές ξεχωρίζει η Μαρία Ναυπλιώτου ως Άτοσσα, με μια παρουσία εσωτερική και αξιοπρεπή, ενώ ο Δημήτρης Καταλειφός προσθέτει το κύρος και τη βαρύτητα που απαιτεί ο ρόλος του Δαρείου. Ο Σταύρος Σβήγκος ως αγγελιοφόρος σκιαγραφεί με γλαφυρότητα της φρίκη που φέρνουν πίσω τους οι επιζήσαντες και κρατούν μέσα τους για πάντα απο τα πεδία των μαχών . Ο Αναστάσης Ροϊλός αναπαριστά παραστατικά την απογύμνωση ενός κραταιού ηγέτη που επιστρέφει θρηνώντας για όσα χάθηκαν .
Το σημαντικότερο, τελικά, είναι ότι οι «Πέρσες» του Θεοδωρίδη δεν αφήνουν εύκολα τον θεατή αμέτοχο. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τις αισθητικές επιλογές, με την ένταση, με τις σύγχρονες αναφορές ή με ορισμένες ερμηνείες. Δύσκολα όμως μπορεί να αρνηθεί ότι η παράσταση έχει κάτι να πει.
Και αυτό που λέει είναι απλό και σκληρό: στον πόλεμο δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν, άνθρωποι που χάνονται και άνθρωποι που μένουν πίσω για να θρηνήσουν.
Ο Αισχύλος έγραψε τους «Πέρσες» από την πλευρά των ηττημένων, ενώ ο ίδιος είχε πολεμήσει στη Σαλαμίνα. Ο Θεοδωρίδης κρατά αυτή την επιλογή και την προχωρά ένα βήμα παραπέρα: μετατρέπει τους Πέρσες σε ένα σύγχρονο πλήθος ανθρώπων που θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε στον κόσμο.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης. Δεν προσπαθεί να κάνει τον Αισχύλο «εύκολο». Προσπαθεί να μας κάνει να τον ακούσουμε ξανά.
Και όταν, στο τέλος, μένει ο θρήνος, δεν είναι πια μόνο ο θρήνος των Περσών.
Είναι ο δικός μας.