Ίσως το πιο γνωστό κείμενο το 1984 του Τζορτζ Όργουελ παρουσιάζεται αυτόν τον χειμώνα στο Θέατρο Δίπυλον.
Είναι μια από τις πιο δυνατές και επίκαιρες θεατρικές εμπειρίες της φετινής σεζόν.
Η παράσταση, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία από τον Γιώργο Παπαγεωργίου, δεν περιορίζεται σε μια απλή αναπαράσταση της ιστορίας αλλά κατασκευάζει μπροστά στα μάτια του θεατή ένα ζοφερό, σχεδόν απειλητικό περιβάλλον που αντικατοπτρίζει με ζωντάνια την οργουελική δυστοπία.
Αυτό που κάνει την προσέγγιση του Παπαγεωργίου τόσο αποτελεσματική είναι η πολύπλευρη χρήση των μέσων: μαζί με την εξαιρετική ενσωμάτωση της μουσικής και των ηχητικών τοπίων του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη, η παράσταση μεταμορφώνει τη σκηνή σε έναν ζωντανό οργανισμό όπου τα όρια μεταξύ ήχου, χώρου και δράσης συγχωνεύονται.
Η σκηνική ατμόσφαιρα είναι συνεχώς τεταμένη και η αλληλεπίδραση του σκηνικού, του φωτισμού και των μουσικών δημιουργεί ένα περιβάλλον που δεν απλώς συνοδεύει αλλά διαμορφώνει την εμπειρία του θεατή.
Ο Παπαγεωργίου, ερμηνεύοντας μόνος του όλους σχεδόν τους ρόλους, πετυχαίνει κάτι σπάνιο: όχι απλά να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά να μας βάλει μέσα στη μηχανή ελέγχου και εγκλεισμού που περιγράφει ο Όργουελ. Η συνεχής μεταμόρφωση των χαρακτήρων επί σκηνής, με ελάχιστα αλλά λειτουργικά σκηνικά αντικείμενα, σε συνδυασμό με έναν φωτισμό που δεν είναι απλώς υποστηρικτικός αλλά συνομιλεί ενεργά με τη δράση, δημιουργούν μια παράσταση που καθηλώνει.
Η διασκευή από την Έλενα Τριανταφυλλοπούλου κατορθώνει να διατηρήσει την αυθεντικότητα και το βάρος του πρωτότυπου έργου, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνει αποσπάσματα που αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα του μηνύματος. Ο ίδιος ο λόγος αποκτά νέα διάσταση πάνω στη σκηνή, σε μια παράσταση που περισσότερο λειτουργεί ως εμπειρία παρά ως απλή αφήγηση.
Βγαίνοντας από το Θέατρο Δίπυλον, ένιωθα ένα περίεργο βάρος. Όχι απλώς τη συγκίνηση μιας καλής παράστασης, αλλά εκείνη την ανησυχία που σου αφήνει κάτι όταν σε έχει αγγίξει βαθύτερα απ’ όσο περίμενες. Το 1984 δεν είναι ένα εύκολο έργο — και αυτή η εκδοχή του το κάνει ακόμα πιο άβολο, πιο άμεσο, σχεδόν προσωπικό.
Η σκηνή λιτή, σχεδόν γυμνή. Κι όμως, μέσα σε αυτό το λιτό περιβάλλον γεννήθηκε ένας ολόκληρος κόσμος καταπίεσης. Ο ηθοποιός μεταμορφωνόταν μπροστά μας, αλλάζοντας ρόλους, φωνές, ενέργεια, και για μια στιγμή ξεχνούσες πως παρακολουθείς θέατρο. Ένιωθες σαν να παρακολουθείς μια εξομολόγηση — ή μια προειδοποίηση.
Το πιο δυνατό στοιχείο για μένα ήταν η αίσθηση παρακολούθησης. Ως θεατής δεν ήταν λίγες οι φορές που ένιωσα να μου ασκούν βία. Υπήρχαν στιγμές που το σκοτάδι στην αίθουσα δεν ήταν απλώς τεχνικό ήταν συναισθηματικό.
Κλείνοντας, 2 λόγια για τον Παπαγεωργίου για τον οποίο μπαίνοντας στο θέατρο είχα την εικόνα το δυνατού showman ως frontman των Polkar και βγαίνοντας είμαι πλέον πεπεισμένος πως πρόκειται πραγματικά για ένα σπάνιο και ταλαντούχο άτομο
Γιώργο σ’ευχαριστώ για την εμπειρία που μου πρόσφερες