Η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, όπως την προσεγγίζουν ο Νίκος Καραθάνος και ο Φοίβος Δεληβοριάς, δεν είναι μια προσπάθεια να αναπαρασταθεί πιστά η αρχαία κωμωδία. Είναι περισσότερο μια τολμηρή «επίσκεψη» στον κόσμο του Αριστοφάνη και μια προσπάθεια να αναζητηθεί τι μπορεί να σημαίνει η ειρήνη σήμερα. Και ίσως αυτή ακριβώς η επιλογή να αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν της παράστασης.
Ο Καραθάνος δημιουργεί έναν κόσμο ονειρικό, παράλογο και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο. Η σκηνή γεμίζει με αλλόκοτες φιγούρες, μάσκες, χρώματα, σωματικότητα και διαρκείς μεταμορφώσεις. Το αποτέλεσμα θυμίζει άλλοτε πανηγύρι, άλλοτε λαϊκό παραμύθι και άλλοτε εφιάλτη. Μέσα σε αυτή την αισθητική υπερβολή, όμως, κρύβεται ένας πολύ συγκεκριμένος προβληματισμός: ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως κάτι μακρινό και ιστορικό, αλλά ως μια διαρκής ανθρώπινη πραγματικότητα.
Η συμβολή του Φοίβου Δεληβοριά είναι καθοριστική. Η διασκευή και τα τραγούδια του δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά προς τη δράση, αλλά αποτελούν βασικό μέρος της αφήγησης. Η μουσική δίνει στην παράσταση ρυθμό και ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στο αρχαίο κείμενο να αποκτήσει μια σύγχρονη, λαϊκή και άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή. Η παράσταση έτσι αποφεύγει την παγίδα ενός «μουσειακού» Αριστοφάνη και τον μεταφέρει σε ένα τοπίο που μοιάζει οικείο και σημερινό.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι το γέλιο δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Πίσω από την κωμωδία υπάρχει διαρκώς η σκιά της απώλειας και της καταστροφής. Η «Ειρήνη» δεν μιλά απλώς για την ανάγκη να σταματήσει ένας πόλεμος· μιλά για την ανάγκη του ανθρώπου να ξαναβρεί τη ζωή, την καθημερινότητα, τη χαρά και την επαφή με τους άλλους. Η αισιοδοξία της, επομένως, δεν είναι αφελής. Είναι μια δύσκολη, σχεδόν επαναστατική επιλογή απέναντι στην κυριαρχία της βίας.
Ωστόσο, η πληθωρικότητα της παράστασης είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία της. Οι πολλές εικόνες, οι συνεχείς εναλλαγές, η μουσική και η σκηνική υπερβολή δημιουργούν στιγμές όπου το βασικό δραματουργικό νήμα χάνεται. Ιδιαίτερα προς το τέλος, η προσφυγή στην κινηματογραφική εικόνα μοιάζει να αποδυναμώνει λίγο τη δύναμη της ζωντανής σκηνικής παρουσίας.
Παρά τις αδυναμίες της, όμως, η «Ειρήνη» είναι μια παράσταση με σαφή προσωπικότητα. Δεν φοβάται να είναι παράξενη, αστεία, συγκινητική και πολιτική ταυτόχρονα. Δεν επιχειρεί να δώσει εύκολες απαντήσεις, ούτε αντιμετωπίζει την ειρήνη ως μια όμορφη αλλά αφηρημένη ευχή. Την παρουσιάζει ως κάτι που απαιτεί συμμετοχή, συλλογικότητα και διαρκή προσπάθεια.
Τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης είναι ότι καταφέρνει να κάνει τον Αριστοφάνη να μοιάζει λιγότερο αρχαίος απ’ όσο περιμέναμε. Ο Καραθάνος και ο Δεληβοριάς δεν τον αντιγράφουν· συνομιλούν μαζί του και φτιάχνουν έναν δικό τους κόσμο, όπου το γέλιο συνυπάρχει με την αγωνία και η φαντασία με την πολιτική πραγματικότητα.
Μια «Ειρήνη» εκρηκτική, μουσική, αλλόκοτη και τρυφερή, που τελικά αφήνει στον θεατή όχι μόνο το ερώτημα «γιατί γίνεται ο πόλεμος;», αλλά και το πιο δύσκολο: τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε εμείς για να τελειώσει;