Υπάρχουν παραστάσεις που τις παρακολουθείς και, όταν τελειώσουν, απλώς σηκώνεσαι και φεύγεις. Και υπάρχουν κι εκείνες που συνεχίζουν να παίζουν μέσα σου, ακόμη κι όταν έχεις βγει από το θέατρο. Οι «Στρακαστρούκες» ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Βγαίνοντας από την αίθουσα, ένιωσα πως δεν είχα απλώς παρακολουθήσει την ιστορία του Κωσταντή. Είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που κουβαλάει φόβους, πληγές, μοναξιά, ανάγκη για αποδοχή και, πάνω απ’ όλα, μια τεράστια ανάγκη να αγαπηθεί χωρίς να χρειάζεται να απολογείται γι’ αυτό που είναι.
Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η εναλλαγή ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση. Γελάς, ίσως επειδή αναγνωρίζεις κάτι οικείο, κάτι ανθρώπινο. Και λίγο αργότερα συνειδητοποιείς ότι πίσω από αυτό το γέλιο υπάρχει πόνος. Ένας πόνος που δεν είναι μακρινός ούτε ξένος. Είναι ο πόνος κάθε ανθρώπου που κάποια στιγμή ένιωσε πως δεν χωράει εκεί που οι άλλοι αποφάσισαν ότι πρέπει να χωράει.
Ο Δημήτρης Σαμόλης με συγκίνησε βαθιά. Μόνος πάνω στη σκηνή, καταφέρνει να γεμίσει τον χώρο με πρόσωπα, φωνές, συναισθήματα και ζωές. Δεν βλέπεις απλώς έναν ηθοποιό να ερμηνεύει έναν ρόλο. Βλέπεις έναν άνθρωπο να ξεγυμνώνεται συναισθηματικά μπροστά σου. Και αυτή η αμεσότητα είναι ίσως το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης.
Οι «Στρακαστρούκες» μιλούν για το bullying, την οικογένεια, την κοινωνική καταπίεση, τη διαφορετικότητα και τη σκληρότητα που μπορεί να κρύβεται πίσω από το «τι θα πει ο κόσμος». Όμως, για μένα, πάνω απ’ όλα μιλούν για την ανάγκη του ανθρώπου να τον δουν πραγματικά.
Να τον ακούσουν.
Να μην τον κρίνουν.
Να του πουν κάποτε, απλά: «Είσαι εντάξει όπως είσαι».
Και ίσως αυτό είναι που κάνει την παράσταση τόσο δυνατή. Δεν σου επιτρέπει να μείνεις απλός θεατής. Σε βάζει απέναντι στον εαυτό σου και σε κάνει να σκεφτείς ανθρώπους που μπορεί να πλήγωσες, ανθρώπους που δεν υπερασπίστηκες, ανθρώπους που ίσως δεν άκουσες όταν σε χρειάζονταν.
Όταν έπεσε η αυλαία, ένιωσα συγκίνηση, αλλά και μια παράξενη σιωπή μέσα μου. Από αυτές που δεν χρειάζονται λόγια.
Γιατί κάποιες ιστορίες δεν ζητούν απλώς να τις ακούσεις.
Ζητούν να τις θυμάσαι.
Οι «Στρακαστρούκες» είναι μία από αυτές.