Υπάρχουν συναυλίες που τις παρακολουθείς. Και υπάρχουν συναυλίες που τις ζεις. Το βράδυ της Τρίτης στην κατάμεστη Τεχνόπολη ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Οι Γιαγκίνηδες πραγματοποίησαν το μεγαλύτερο live της μέχρι σήμερα πορείας τους και απέδειξαν πως το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το παραδοσιακό τραγούδι όχι μόνο αντέχουν στον χρόνο, αλλά βρίσκουν ξανά τη θέση τους στις καρδιές της νέας γενιάς.
Το πρώτο πράγμα που τραβούσε την προσοχή δεν ήταν καν η σκηνή. Ήταν το κοινό. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι, οι περισσότεροι κάτω των 30, τραγουδούσαν, χόρευαν και διασκέδαζαν με τραγούδια που γράφτηκαν πριν από 70, 80 ή και 100 χρόνια. Σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να αλλάζουν με ταχύτητα, ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις μια ολόκληρη γενιά να βρίσκει τη χαρά της μέσα από το ρεμπέτικο, τα λαϊκά και τα νησιώτικα. Τελικά, η καλή μουσική δεν έχει ηλικία. Έχει μόνο αλήθεια.
Η βραδιά ξεκίνησε λίγο μετά τις 20:30 και από τα πρώτα κιόλας λεπτά το κέφι άναψε. Μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Κανείς δεν ήθελε να φύγει. Η Τεχνόπολη μετατράπηκε σε ένα μεγάλο πανηγύρι. Μια τεράστια παρέα που χόρευε ασταμάτητα, τραγουδούσε κάθε στίχο, σήκωνε τα ποτήρια ψηλά και καλωσόριζε το καλοκαίρι όπως του αξίζει: με μουσική, φίλους, αλκοόλ, γέλια και όμορφες στιγμές.
Η πορεία των δύο παιδιών είναι ίσως ακόμη πιο συγκινητική από την ίδια τη συναυλία. Ο Σπύρος Ζήσης και ο Παναγιώτης Σικλαφίδης ξεκίνησαν παίζοντας μουσική στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Εκεί έμαθαν να κερδίζουν το κοινό τους, εκεί ωρίμασαν μουσικά και εκεί έβαλαν τα θεμέλια για όσα ακολούθησαν. Με πολλή δουλειά, επιμονή και πάνω απ’ όλα αγάπη για αυτό που κάνουν, έφτασαν σήμερα να γεμίζουν έναν από τους μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους της Αθήνας. Η διαδρομή τους αποδεικνύει πως όταν υπάρχει αυθεντικότητα, το κοινό το αναγνωρίζει.
Η βραδιά είχε και μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή. Ο ένας από τους δύο Γιαγκίνηδες, ο Παναγής, γιόρταζε τα γενέθλιά του πάνω στη σκηνή, έχοντας απέναντί του χιλιάδες ανθρώπους να τραγουδούν μαζί του. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο δώρο για έναν μουσικό από το να ζει το όνειρό του μπροστά σε ένα κοινό που τον ακολουθεί σε κάθε νότα.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η έναρξη της συναυλίας. Τη σκυτάλη πήραν οι Τεκετζήδες, τα μικρά παιδιά που άνοιξαν τη βραδιά, υπενθυμίζοντας ότι η ελληνική μουσική παράδοση δεν αποτελεί απλώς κομμάτι της ιστορίας μας αλλά έχει και μέλλον. Ήταν ίσως η πιο αισιόδοξη εικόνα της βραδιάς: οι μικρότεροι να κρατούν ζωντανή μια μουσική που περνά από γενιά σε γενιά.
Στη σκηνή ανέβηκαν επίσης δύο ξεχωριστοί καλεσμένοι. Ο Σπύρος Γραμμένος, με το γνώριμο χιούμορ και την ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία, έδωσε τον δικό του τόνο στη γιορτή, ενώ ο Papazo έφερε τη δική του μουσική ενέργεια, ανάμεσα στις εφημερίες του (οφθαλμίατρος γαρ!) αποδεικνύοντας ότι διαφορετικά μουσικά μονοπάτια μπορούν να συναντηθούν όταν υπάρχει κοινός παρονομαστής: το αυθεντικό γλέντι.
Οι Γιαγκίνηδες έχουν καταφέρει κάτι που λίγοι πετυχαίνουν. Δεν αντιμετωπίζουν το ρεμπέτικο σαν μουσείο ούτε σαν μια νοσταλγική αναπαράσταση του παρελθόντος. Το κάνουν να ακούγεται ζωντανό, σύγχρονο και οικείο, χωρίς να αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινό που δεν πηγαίνει απλώς να ακούσει μουσική. Πηγαίνει για να συμμετέχει, να τραγουδήσει, να χορέψει και να γίνει μέρος μιας μεγάλης παρέας.
Αυτό ακριβώς ήταν και το μεγαλύτερο κέρδος της βραδιάς. Ρεμπέτικα, λαϊκά και νησιώτικα ένωσαν ανθρώπους κάθε ηλικίας, αποδεικνύοντας πως η μουσική μπορεί ακόμη να γεφυρώνει γενιές. Κι αν το φετινό καλοκαίρι ξεκίνησε κάπου πραγματικά όμορφα, ξεκίνησε εκεί. Στην Τεχνόπολη, με τους Γιαγκίνηδες να βάζουν φωτιά στη σκηνή και χιλιάδες ανθρώπους να φεύγουν με ένα χαμόγελο.
Καλό καλοκαίρι. Και… καλό γλέντι.