H ekdikisi tis nyfitsas cover

“Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΝΥΦΙΤΣΑΣ" ΤOY ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΡΙΤΟΥ, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει η Ελευθερία Καμπούρογλου

Η κοπέλα ήταν χρυσοχέρα. Είχε υφάνει την καλύτερη προίκα του χωριού. Την παραμονή του γάμου της, η φθονερή αδελφή της έκλεψε όλα τα υφαντά και μαζί την τύχη και τον γαμπρό. Η προδοσία της αδερφής της τής ράγισε την καρδιά. Έκλαιγε μερόνυχτα μη μπορώντας να αντέξει τη ντροπή και τον πόνο. Δεν ήθελε πια ούτε να παντρευτεί, ούτε να τη βλέπει ο κόσμος. Τότε, παρακάλεσε τον Θεό να την εξαφανίσει για να λυτρωθεί. Ο Θεός την ένιωσε, τη λυπήθηκε για το κακό που έπαθε και άκουσε την προσευχή της. Για να τη γλυτώσει από τη στενοχώρια, τη μεταμόρφωσε σε ζώο. Σε νυφίτσα.

Από τότε, η νυφίτσα τρυπώνει μέσα σε κασέλες και ντουλάπια. Ροκανίζει τα ρούχα και τα κάνει κουρέλια, νομίζοντας ότι είναι η δική της κλεμμένη προίκα.  Έκτοτε τα κορίτσια την κανάκευαν. Ύφαιναν στον αργαλειό και της γλυκοτραγουδούσαν, τη γλύκαιναν με ζάχαρη, μέλι και γλυκά και πάντα μελιστάλαχτα της απευθύνονταν «καλογιαννού»,  «καλοκυρά» και «νυφούλα».

Αυτός είναι ο αστικός θρύλος και ο τίτλος του βιβλίου του Παναγιώτη Χαρίτου που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον, μαζί με το ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, που σε τοποθετεί χρονικά και γεωγραφικά στην Πόλη του παρελθόντος.

Κεντρική ηρωίδα η γιαγιά Σουλτάνα, αφηγήτρια η συνονόματη δισέγγονή της. Πότε σωπαίνει η μια, για να αρχίσει η άλλη να αφηγείται. Και μέσα από την ιστορία τους υφαίνεται η Ιστορία των Μικρασιατών και των προσφύγων· τα γεγονότα του ’22, αλλά και το μετέπειτα οργανωμένο σχέδιο «εκούσιας» μετανάστευσης και αφανισμού του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, μια μεθοδική και ξεδιάντροπη εκκαθάριση μέχρι τον τελευταίο Έλληνα.

Από τον αβάσταχτο φόρο του ’42, το βαρλίκι και την Πόλη που ήταν καζάνι που κόχλαζε, κάθε ελπίδα τους γινόταν χίμαιρα. Και είχαν δύο επιλογές: να παλέψουν για την επιβίωση ή να εγκαταλείψουν αμαχητί τη γη που τους γέννησε.

Το ’43 καταστήματα και επιχειρήσεις αλλάζουν χέρια. Σπίτια και περιουσίες χάνονται. Έπιπλα και κειμήλια πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί. Η σκιά της νυφίτσας τούς παραμόνευε.

Και άλλαζε τους ανθρώπους. Φίλοι γίνονταν εχθροί στο προγκρόμ του ’55. Ο αέρας μύριζε μπαρούτι και το κλίμα φανατισμού που καλλιεργούσαν οι καθημερινές φυλλάδες αναζωπυρωνόταν. Ο Έλληνας από Ρωμιός έγινε «γκιαούρης».

Ύστερα ήρθαν οι μαζικές απελάσεις του ’64. Ένα τελεσίγραφο λίγων ωρών για να αφήσεις πίσω μια ολόκληρη ζωή. Η άλλοτε ακμάζουσα Βασιλεύουσα μετατράπηκε σταδιακά σε πόλη-φάντασμα, σε πόλη γερόντων.

Εκτιμάται ότι από 130.000 Έλληνες που ζούσαν το 1923 έχουν απομείνει κοντά στους 2.000 στις μέρες μας. Το πικρό ποτήρι του ξεριζωμού και την αγωνία της επιβίωσης, δεν τα ένιωσαν μόνο όσοι στοιβάχτηκαν σε βάρκες – φέρετρα το ’22, αλλά και όσοι έμειναν με την αγχόνη να κρέμεται απειλητικά, μέρα με τη μέρα, πάνω από το κεφάλι τους. Ξένοι στον τόπο που γεννήθηκαν και απειλή για την Ελλάδα. Αόρατοι και εδώ και εκεί. Στο μεταίχμιο της ζωής.

Ο Χαρίτος είναι Μικρασιάτης και εκπαιδευτικός. Και αφενός εμείς που κρατάμε από εκεί, φυλάμε καλά μέσα μας μνήμες, ιστορίες και θρύλους από τις ρίζες μας. Ξεσπιτωμένοι και μετέωροι στην οικεία και μακρινή μητέρα Ελλάδα, χτίσαμε πάνω σε θύμησες το νέο σπιτικό και καιροφυλακτούμε να μη χαθεί η πολιτιστική μας ταυτότητα. Αφετέρου, ως εκπαιδευτικός είναι καλός χειριστής του γραπτού λόγου, που τον διανθίζει με λέξεις μικρασιάτικες, γνώριμες, καθημερινές. Θα έλεγες το σαλόζης δεν υπάρχει, επινόημα είναι ή το κουτούρντισε. Μα η μικρασιατική γλώσσα έτσι ονόμαζε τον σαχλό και τον σαλεμένο.

Αποτυπώνει με ακρίβεια τη μικρασιατική οικογένεια. Ευρεία και σε ανοιχτό σχήμα. Μονογονεϊκής μορφής σε καμία περίπτωση, ούτε πυρηνική για κανένα λόγο. Εκτεταμένη σίγουρα, με τρεις ή περισσότερες γενιές κάτω από την ίδια στέγη. Ενίοτε θείοι και συγγενείς να προστίθενται και να ανανεώνονται. Ψυχοπαίδια και παραγιοί καλοδεχούμενοι. Μια πολύβουη ομήγυρη, στον πόνο και τη χαρά, μαζί ενωμένοι.  Στην κορυφή η Πολίτισσα γυναίκα και μάνα. Οι λαϊκές δοξασίες εξακολουθούσαν να την κυβερνούν, όσο κι αν είχε σπουδές και αέρα ευρωπαϊκό. Παραδοσιακή ελληνική οικογένεια που όλο και φθίνει στις μέρες μας. Από τον πιο σεβάσμιο, στον νεότερο, τον πιο σοφό στον πιο ανόητο, όλοι είχαν τη θέση τους. Και ήταν αδιαπραγμάτευτη. Όλοι μαζί συνέθεταν έναν πολύχρωμο καμβά από ιστορίες που πλέκονταν και περιπλέκονταν. Μπερδεύονταν ονόματα και πρόσωπα, που κληροδοτούσαν από γενιά σε γενιά. Ο παππούς Επαμεινώνδας, ο εγγονός Επαμεινώνδας, ο δισέγγονος Επαμεινώνδας. Μαζί με το όνομα κληροδοτούνταν και οι ιστορίες της οικογένειας. Οι μνήμες, οι προσδοκίες, τα βάρη και οι ελπίδες της προηγούμενης γενιάς.

Ο Χαρίτος γνωρίζει καλά τα εργαλεία της αφήγησης και τα αξιοποιεί με συνέπεια. Πότε αφήνει την ιστορία να κυλήσει μέσα από εικόνες και αναμνήσεις, πότε επιβραδύνει τον ρυθμό για να φωτίσει μια στιγμή ή έναν χαρακτήρα και πότε προετοιμάζει διακριτικά τον αναγνώστη για όσα θα ακολουθήσουν.

Δεν λειτουργούν όλα με την ίδια ένταση. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι εκτεταμένες περιγραφές και η αργή ανάπτυξη της αφήγησης δοκιμάζουν κάποιες φορές την υπομονή του αναγνώστη και τον απομακρύνουν στιγμιαία από τον βασικό κορμό της ιστορίας. Ίσως γιατί ο συγγραφέας επιλέγει να ανασυστήσει πρώτα τον κόσμο και το κλίμα της εποχής. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όμως, η αφήγηση βρίσκει τον ρυθμό της και κυλά αβίαστα, αναδεικνύοντας τη δύναμη και την ωριμότητα της γραφής του.

Χτίζει και υποστηρίζει μεθοδικά τους ήρωές του. Την κεντρική ηρωίδα, ας πούμε, τη γιαγιά Σουλτάνα, που τη ντύνει με τις λαϊκές δοξασίες, τις προλήψεις  και τις δεισιδαιμονίες. Στα καθημερινά έψαχναν σημάδια και τα ερμήνευαν ως καλό ή κακό οιωνό: ένα όνειρο, το φούσκωμα του καφέ στο μπρίκι, η βασκανία, τα χαϊμαλιά, τα γιατροσόφια, το ξεμάτιασμα. Φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο απορροφά τις δυσκολίες της οικογένειας· εκείνο το μοναδικό προτέρημα να στέκει όρθια, ακόμη και όταν ο κόσμος ταλαντεύεται και καταρρέει. Και θέτει ζητήματα ανθρώπινα με τη γραφή του, για τις σχέσεις και τις εποχές δια στόματος της δισέγγονης Σουλτάνας: «Τουλάχιστον εκείνη η εποχή σου δίδασκε τη συνεννόηση, την υπομονή, το σεβασμό στον γείτονα. Όχι το σημερινό «Ξέρεις εγώ ποιος είμαι;» που κάνει τον άνθρωπο να νομίζει πώς είναι κάποιος, γελοίο και καταχθόνιο υποκείμενο. Λυπάμαι μόνο που, όσο μεγαλώνει η ανθρωπότητα, περίεργη γίνεται. Θεριό ανήμερο. Ανταγωνιστική πολύ και μισάνθρωπη. Δεν μπαίνει εύκολα ο ένας στη θέση του άλλου. Να τον δει να λυγίζει βρε παιδί μου και πάλι άπιστος παραμένει. Άμυνά του η επίθεση. Διεκδικεί φιλήδονα και απερίσκεπτα από αδυναμία να δαμάσει το ανικανοποίητο».

Ο λαογραφικός πλούτος, που ενσωματώνει επιτυχημένα με στοιχεία της παράδοσης, ηθογραφία της εποχής και μύθους, αλλά και το συναισθηματικό βάθος της γραφής του, δίνει φωνή σε παλιότερες γενιές, εποχές και ιστορίες. Και αυτό είναι το σημείο που αξίζει προσοχής. Η διατήρηση της μνήμης, το πέρασμά της από γενιά σε γενιά.

Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πραγματική εκδίκηση της νυφίτσας. Όχι η καταστροφή της κλεμμένης προίκας, αλλά η άρνηση της λήθης. Η επιμονή της μνήμης να επιβιώνει, να περνά από γενιά σε γενιά και να θυμίζει πως όσα χάθηκαν δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στις ιστορίες των ανθρώπων.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου. Δεν αφηγείται απλώς μια οικογενειακή ιστορία· διασώζει έναν κόσμο που χάνεται και τον παραδίδει ζωντανό στις επόμενες γενιές.

now on air

o street radio προτεινει

Chris Isaak live
Δημοτικό θέατρο Λυκαβηττού
το Σάββατο 13 Ιουνίου
ΠΟΥ ΣΤΑ ΡΑ
στο Θέατρο Μαβίλη
από την Δευτέρα 1η Ιουνίου
Χαϊνηδες live
@Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
τη Δευτέρα 8 Ιουνίου
David Byrne live
στο SNF Nostos by Release
την Κυριακή 21 Ιουνίου
Jean Michel Jarre live
στο SNF Nostos by Release
την Δευτέρα 22 Ιουνίου
Gorillaz etc. live
στο SNF Nostos by Release
την Πέμπτη 25 Ιουνίου
13o φεστιβάλ Ελάτειας
στο δάσος της Ελάτειας
30 Ιουλίου με 2 Αυγούστου
Anilio park festival
στο Χιονοδρομικό Ανηλίου
7, 8 & 9 Αυγούστου
Helmos mountain festival
στον Χελμό Καλαβρύτων
19, 20, 21 & 22 Ιουνίου
Beth Hart live
Δημοτικό θέατρο Λυκαβηττού
την Τετάρτη 1η Ιουλίου
Plastiras Lake festival 2026
στο Βοτανικό Κήπο Νεοχωρίου
9, 10, 11 & 12 Ιουλίου
Sabaton, Savatage & Epica
στο Release Athens festival
το Σάββατο 25 Ιουλίου