Δύσκολα εξηγείται το κενό. Μια λέξη κοινή για όλους μας, που όμως δύσκολα εντοπίζεται και ακόμη πιο δύσκολα επικοινωνείται. Συχνά τη μεταφράζουμε αλλιώς· η παραδοχή της δεν είναι εύκολη, παρότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.
Αυτό ακριβώς πραγματεύεται η παράσταση «Ένα κάποιο κενό» της Βαλέριας Δημητριάδου. Το καθημερινό, μέσα από επτά ιστορίες. Ατομικές, οι οποίες σταδιακά μπλέκονται μεταξύ τους. Επτά ρουτίνες, εντελώς διαφορετικές, με κοινό παρονομαστή τις συναισθηματικές δυσκολίες που υποβόσκουν κάτω από την επιφάνεια.
1–2) Ένα μεσήλικο ζευγάρι τη στιγμή που τα παιδιά του μεγαλώνουν και φεύγουν από το σπίτι.
3) Μια νεαρή κοπέλα «εγκλωβισμένη» στα trends, στον ρόλο της influencer.
4) Ένας φοιτητής Νομικής που έρχεται αντιμέτωπος με την αποκάλυψη της σεξουαλικότητάς του.
5) Μια νέα μητέρα που καλείται να διαχειριστεί τον νέο της ρόλο και την ανακατάταξη της ταυτότητάς της.
6) Ένας μουσικός που, μετά από αναπηρία, προσπαθεί να ξαναβάλει τη ζωή και τα όνειρά του σε μια σειρά.
7) Ένας ταξιτζής που, μέσα από τη μοναχικότητά του, αναζητά την ανάγκη για αληθινή σύνδεση.
Κάθε μία από αυτές τις συνθήκες απαιτεί διαφορετικούς μηχανισμούς αποδοχής και αντιμετώπισης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί χώρο για νέους φόβους και αμφιβολίες. Οι ήρωες γίνονται το επίκεντρο του δικού τους μικρόκοσμου — ρουτίνες στις οποίες κάθε θεατής μπορεί να αναγνωρίσει έστω ένα κομμάτι του εαυτού του να καθρεφτίζεται πάνω στη σκηνή.
Οι ιστορίες συμβαίνουν ταυτόχρονα. Ξεκινούν ως εσωτερικές αφηγήσεις και, σταδιακά, παντρεύονται μεταξύ τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και έξω από το θέατρο. Κάτω από την επιδερμίδα της καθημερινότητας αποκαλύπτεται η ευθραυστότητα του επόμενου στρώματος. Ο φόβος του κενού ήταν και παραμένει πάντα εκεί· αυτό που δυσκολεύει είναι η αποδοχή της ελλιπούς σύνδεσης — τόσο εσωτερικά όσο και συλλογικά.
«Το “κενό” υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης. Ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται και ο πυρήνας της παράστασης: στη στιγμή που η αποφυγή μετατρέπεται σε σύγκρουση και η συνειδητοποίηση γίνεται αναπόφευκτη.
Στο πρώτο μέρος του έργου κυριαρχεί μια ρεαλιστική αφήγηση, μέχρι τη στιγμή που μια σουρεαλιστική συνθήκη — πολύ κοντά σε επεισόδιο του Black Mirror — έρχεται να ταρακουνήσει τα δεδομένα. Οι πρωταγωνιστές τοποθετούνται σε μια δυστοπική πραγματικότητα, όπου ο βίος του ενός εξαρτάται από την επιλογή κάποιου άλλου. Τίθεται έτσι το ερώτημα:
Θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο όπου η ζωή μας εξαρτάται από τις αποφάσεις των αγαπημένων μας;
Κάνουμε άραγε αρκετά για να κρατήσουμε κοντά μας ανθρώπους που νοιαζόμαστε — και αντίστροφα; Ή, όντας εγκλωβισμένοι στον εγωισμό και τον ατομικισμό, πέφτουμε στην παγίδα της μη ειλικρινούς σύνδεσης;
Ο άνθρωπος είναι κατεξοχήν κοινωνικό ον. Η ζωή δεν απευθύνεται σε μονάδες αλλά σε ομάδες. Η παράσταση «Ένα κάποιο κενό» δεν επιχειρεί να παρουσιάσει κάτι ριζοσπαστικό. Αντιθέτως, αγγίζει την υπαρξιακή αναζήτηση με τον πιο απαιτητικό τρόπο: εκείνον της καθημερινής επιβίωσης και των ερωτημάτων που επανέρχονται αδιάκοπα.
Αυτό υποστηρίζεται και σκηνογραφικά, με ένα λιτό σκηνικό από στόρια παραθύρων — σαν να κρυφοκοιτάζουμε τις ζωές των επτά πρωταγωνιστών — και επτά οθόνες που λειτουργούν ως κάμερες μέσα στις σκέψεις τους. Παράλληλα, τα κοστούμια, κινούμενα σε μια ενιαία γκρίζα παλέτα, εξισώνουν τις ζωές τους, ανεξαρτήτως καταγωγής ή lifestyle επιλογών, βαφτίζοντάς τες τελικά με τον κοινό τίτλο της θνητότητας.
Το βασικό ερώτημα, φεύγοντας από το Θέατρο Εμπορικόν, είναι ένα:
Μπορούμε να βρούμε το θάρρος της επανάστασης στις ζωές μας ή συνεχίζουμε να περιμένουμε από τους άλλους να έρθουν και να μας σώσουν;