Sophisticated Now on air
Street Radio Ο δρόμος σου είναι εδώ
Street Radio Ο δρόμος σου είναι εδώ
Γράφει η Ελευθερία Καμπούρογλου
Είναι θαυμαστό πώς κάποια βιβλία μπορούν να αιωρούνται ανέμελα μέσα στον χρόνο, να διατηρούν το στίγμα τους πέρα από τις όποιες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές και να δίνουν νόημα στη ζωή ενός ανθρώπου που γεννήθηκε είτε το 1943 είτε σήμερα. Το εμβληματικό έργο του Αλμπέρτο Σαβίνιο γράφτηκε μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτελεί μια μεταφυσική νουβέλα με διεισδυτική ματιά και αριστοτεχνική γραφή.
«Ο κύριος Μίνιστερ» είναι ένα από τα πιο κατασταλαγμένα βιβλία του συγγραφέα, καθώς χρονολογείται ανάμεσα στα τελευταία συγγραφικά του έργα. Διαπραγματεύεται ένα αιώνιο, πανανθρώπινο και αναπάντητο ερώτημα: Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε; Ένα λιτό, απλό, ουσιαστικό ζήτημα που βασανίζει όλους τους ανθρώπους, όποιας ηλικίας, εθνικότητας και κοινωνικής τάξης. Μια απορία που πλανάται στο άπειρο.
Ο ήρωας του Σαβίνιο, ένα από τα alter ego του, είναι ένας Γερμανός που ζει στη Ρώμη, σε ένα επιπλωμένο διαμέρισμα της Βία Κοντότι (εκεί όπου ο ίδιος ο Σαβίνιο είχε μείνει για κάποιο διάστημα με την οικογένειά του το 1935). Το όνομά του, που είναι ουσιαστικά και ο τίτλος του βιβλίου, δεν είναι τυχαίο. Münster είναι ο γερμανικός όρος για τον καθεδρικό ναό, μια λέξη που προαναγγέλλει συμβολικά τη μεταμόρφωση του σώματος του ήρωα σε έναν ιερό τόπο, όπου η ύλη μετουσιώνεται σε πνεύμα και προετοιμάζεται για μια μεταφυσική αποκάλυψη. Το ανθρώπινο σώμα, ως «ναός» του πνεύματος, είναι ο τόπος στον οποίο συντελείται η θυσία του εγώ του ήρωα (και κάθε ανθρώπου) για να γεννηθεί ο πνευματικός άνθρωπος. Η ύλη γίνεται πνεύμα, οι βαριές, ογκώδεις πέτρες του ναού υψώνονται στον ουρανό, μετατρέποντας το υλικό βάρος σε πνευματική ανάταση. Όπως ο ήρωας χάνει σιγά–σιγά την ανθρώπινη υπόστασή του, χάνει τα χέρια και τα πόδια, τα μάτια και την ταυτότητα φύλου του, προετοιμάζοντας την ψυχή του για την υπερβατική εμπειρία.
Ο κύριος Μίνστερ, παρότι παντρεμένος οικογενειάρχης, κοιμάται στο σαλόνι μόνος. Κάθε πρωί παίζει το ιδιότυπο παιχνίδι των επίπλων, το οποίο επαναλαμβάνει ακούραστα καθημερινά. Συγχέει τα έπιπλα του σπιτιού με εκλιπόντες συγγενείς. Οι δύο δερμάτινες πολυθρόνες παίρνουν το σχήμα του πατέρα και της μητέρας του τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, ο υφασμάτινος καναπές είναι η θεία του Ζηναΐδα σε στάση παρατεταμένης κατάκλισης. Το μπράτσο της θείας είναι το πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ και η κρεμαστή φούντα το χέρι. Η εμψύχωση των επίπλων είναι υψίστης σημασίας για τον κ. Μίνστερ, ακριβώς όπως και οι μούμιες για τους Αιγυπτίους, και αναπτύσσει μια ιδιόρρυθμη θεωρία πάνω σε αυτό το ζήτημα. «Είναι η επί γης συνέχεια των γονιών μας, των συγγενών μας, των φίλων μας. Η αγαπημένη πολυθρόνα του εκλιπόντα αντιπροσωπεύει ανάμεσά μας, κατά τρόπο ακίνητο και σιωπηλό, αλλά όχι λιγότερο σεβάσμιο και κανείς δεν θα έπρεπε να κάθεται εκεί εκτός από τον πρωτότοκο γιο, αλλά κι αυτός μόνο σε επίσημες περιστάσεις και σε ιερές επετείους.»
Μόνο που αυτό το πρωινό δεν είναι όπως όλα τα άλλα. Ο επίγειος ύπνος του διακόπτεται σε ώρα ασυνήθιστη και μια ιδέα προκύπτει από το πουθενά και αντηχεί στο κεφάλι του, ότι ο «ύπνος της ζωής» του τελείωσε και στη γη άλλος ύπνος δεν του απομένει να κοιμηθεί. Τι παράξενη αίσθηση. Ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, στο κατώφλι σχεδόν του κενού, πριν από την υπέρτατη απελευθέρωση στο σύμπαν, το δωμάτιο του ήρωα τυλίγεται σε ένα θαμπό φως, εκεί που ξετυλίγονται τα όνειρα και τα οράματα. «Με βλέμμα όμοιο με των αρχέγονων θεών της Ελλάδας, που δεν ήξερες αν κοίταζαν προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα ή προς καμία», περιγράφει τη ματιά του, σαν ένα είδος μεταφυσικού στραβισμού ικανή να διεισδύσει πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων.
Οι αισθήσεις κυριαρχούν στη μετάβασή του, πρώτα η υπερβατική όραση, μετά η οξεία ακοή που ακουμπά σε ήχους οικείους ή φανταστικούς και η γεύση, η γεύση του θανάτου που αναγνωρίζει ως δυσοσμία αποσυντιθέμενου σώματος, που τη συνδέει με τις μνήμες του και τη μυρωδιά του θανάτου του πατέρα του και αναρωτιέται: «Να ‘ναι άραγε τα παιδιά ο τάφος των ίδιων των πατεράδων τους;»
Έχει την αίσθηση ότι η γυναίκα του η Έρντα, πριν φύγει με το παιδί τους για το σχολείο, του μιλάει και εκείνος δεν απαντά. Τον ξεσκεπάζει και πισωπατεί. Άραγε κατάλαβε; Όμως του γράφει ένα σημείωμα και το αφήνει δίπλα του. «Στέλνουν γράμματα στους πεθαμένους», αναρωτιέται ο κ. Μίνστερ;
Σε ημιθανή κατάσταση, με τη συνείδησή του ζωντανή, ανακαλεί μνήμες της ζωής του, διατυπώνει συλλογισμούς, όπως ότι «Ο γάμος ήταν ένα όμορφο πράγμα, όμως η ολοκλήρωση του γάμου ήταν ένα άσχημο πράγμα.» Ή το «Δεν υπάρχει χώρος στον έρωτα για δύο ψυχές. Και όταν λέμε πως όταν αγαπιούνται δύο άνθρωποι συνθέτουν μια και μόνο ψυχή, εννοούμε ότι μία μόνο από αυτές τις δύο ψυχές λειτουργεί με αγάπη, ενώ η άλλη παραμένει σε μια γλυκιά και ευχάριστη αδράνεια. Μα όταν και η κοιμισμένη ψυχή ξυπνά, τότε οι δύο ψυχές χωρίζουν και η αγάπη τελειώνει.»
Σε μια προσπάθεια να μην αποκοπεί από τα επίγεια προσπαθεί να φάει. Βάζει μια φέτα ψωμί στο στόμα του, μόνο που το κομμάτι του ψωμιού μένει ακίνητο στο στόμα του. Η βούληση του κ. Μίνστερ δεν αρκεί πια για να θέσει σε κίνηση τον μηχανισμό της μάσησης και της κατάποσης. Ανακαλεί τις βιβλιογραφικές του γνώσεις, μήπως καταφέρει να ξεγελάσει τον θάνατο που τον κυνηγάει, να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο σαν να τον κυνηγάει αρκούδα, να πέσει σε ένα ποτάμι με ένα καλαμάκι στο στόμα για να αναπνέει ή να «κάνει τον πεθαμένο» για να ξεγελάσει το θηρίο. Όμως, το σαλόνι δεν έχει ούτε δέντρα, ούτε ποτάμια, ούτε θηρία. Και τι ειρωνεία, είναι ήδη πεθαμένος, άρα δεν χρειάζεται να τον προσποιηθεί.
Το σώμα του αρχίζει να βυθίζεται στο σκοτάδι. Ο κόσμος μοιάζει σαν ένα θέατρο σκιών και εκείνος είναι ο Καραγκιόζης με τις κινήσεις ασυντόνιστες, σπασμωδικές, εύθραυστες. Όσο η ύλη του αποκοιμιέται, τόσο η ψυχή του ανυψώνεται και γίνεται πιο διαυγής. Μια γαλήνη απλώνει το πέπλο της στη βιολογική ζωή του και σε λίγο θα την καλύψει ολόκληρη. Το βλέμμα του γίνεται πιο οξύ. Βλέπει πιο βαθιά, πιο μακριά, πιο παλιά. Βλέπει τον Δία και τον Ερμή και τις άλλες θεότητες. Η νύχτα απλώνεται. Χάνονται τα ίχνη των πραγμάτων. Κυριαρχεί η σιωπή. Δεν νιώθει το σώμα του. Η ψυχή του περιφέρεται, κοιτάζει, αφουγκράζεται, αναζητά.
Μια καρναβαλική ιδέα τον αποσπά από το σκοτάδι. Να ντυθεί, λέει, γυναίκα, να μεταμορφωθεί, να μην αναγνωρίζουν τα σημάδια αποσύνθεσής του. Με το παλτό της κας Μίνστερ, το καπέλο και τα γάντια, οδεύει στους δρόμους της πόλης. Το σώμα του θρυμματίζεται, μα η ψυχή του μένει εκεί. Να είναι αθάνατη η ψυχή; Κι όταν το σώμα μένει ακίνητο κάτω από το παλτό της κας Μίνστερ, δίπλα στον ποταμό Μίλβιο, η ψυχή, τι κάνει η ψυχή; «Είναι μια αναθυμίαση του φυσικού κόσμου, ένα αέριο, ένα ρευστό, και αν υπόκειται και αυτή, μολονότι πιο μακρόβια από το σώμα, στη φθορά και στον θάνατο.»
Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο υπήρξε μια από τις πιο αινιγματικές και πολυσχιδείς μορφές της ευρωπαϊκής διανόησης του εικοστού αιώνα. Αδερφός του διάσημου σουρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζο ντε Κίρικο, ο Σαβίνιο δεν υπήρξε μόνο συγγραφέας, αλλά και συνθέτης, ζωγράφος, μεταφραστής, δραματουργός και θεωρητικός της τέχνης. Γεννημένος στην Αθήνα, επηρεάστηκε σημαντικά από την ελληνική μυθολογία, την οποία εντάσσει σε όλο το βιβλίο του (και κατ’ επέκταση στο έργο του) και την αντιμετωπίζει όχι ως ένα νεκρό παρελθόν, αλλά ως ένα ζωντανό οπλοστάσιο συμβόλων, ικανό να ερμηνεύσει τη σύγχρονη αστική πραγματικότητα.
Από εκεί αντλεί σύμβολα, μια σταθερή τακτική στο έργο του, τα οποία όμως δεν εξυμνεί· αντίθετα, τα αποδομεί. Όπως στην περίπτωση της Ηώς, της Αυγής που από μακριά φαντάζει νέα ξανά με τις κρέμες και τα καλλυντικά που χρησιμοποιεί, αλλά από κοντά φαίνεται γερασμένη και «φτηνή», η οποία, διασχίζοντας τους έρημους δρόμους της Ρώμης, κατευθύνεται προς τον ορίζοντα για να τον βάψει ρόδινο. Πάλι. Ο κ.Μίνστερ την καταδιώκει, τη μισεί, γιατί ξέρει ότι θα συνεχίσει να υπάρχει, ακόμη και όταν εκείνος θα έχει πεθάνει.
Ο θάνατος του κ. Μίνστερ δεν περιέχει το τελειωτικό, το αναπόφευκτο, το τετελεσμένο. Είναι μια γέννα, ένα γνωσιολογικό εργαλείο και ένα βλέμμα καθαρό που του επιτρέπει να δει μέσα και πάνω από το εμφανές αυτού του κόσμου. Να διεισδύσει σε έναν κόσμο μεταφυσικό, όπου η μόνη ίσως διαυγής στιγμή της ζωής, οικοδομείται μέσα από μια ψευδαίσθηση και σε κάνει να αναρωτηθείς: «Άραγε η ζωή συνεχίζεται μετά θάνατον;»
Sophisticated Now on air