Η «Κουζίνα» του Άρνολντ Γουέσκερ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή, συνεχίζει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Κιβωτός (Πειραιώς 115, Γκάζι), με ένα σύνολο 14 ηθοποιών και μουσικών.
Βρεθήκαμε στην παράσταση «Η Κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή, όπου η κοινωνία μας και ο σύγχρονος τρόπος ζωής αποτυπώνονται μέσα από την καθημερινότητα των εργαζομένων στην κουζίνα ενός πολυσύχναστου εστιατορίου. Άλλωστε, ο ίδιος ο Γουέσκερ παρομοίαζε τον κόσμο με μια κουζίνα, όπου οι άνθρωποι προσπερνούν ο ένας τον άλλον χωρίς να προλαβαίνουν να γνωριστούν. Περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα, η εικόνα αυτή παραμένει επίκαιρη, ίσως περισσότερο από ποτέ.
Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της παράστασης, ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου απευθύνεται με έντονο ύφος στους εργαζόμενους: «Σας δίνω δουλειά, πληρώνεστε, τρώτε, έχετε και παράπονο;». Για εκείνον, αυτά αρκούν. Η παράσταση, όμως, αφήνει να αιωρείται ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιος, μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, έχει ακόμη φωνή να ζητήσει κάτι περισσότερο από την επιβίωση;
Το σκηνικό
Μια πλήρως εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα, τόσο ρεαλιστική, που θα μπορούσε σχεδόν να λειτουργήσει σε πραγματικό εστιατόριο. Πάγκοι, μαγειρικά σκεύη και διαφορετικά πόστα συνθέτουν έναν χώρο όπου τα πάντα έχουν συγκεκριμένη θέση και χρησιμότητα. Οι στενοί διάδρομοι και τα διαρκώς κατειλημμένα πόστα δημιουργούν ένα περιβάλλον που, παρά το μέγεθός του, μοιάζει να μη χωρά τους ανθρώπους του. Όλα είναι οργανωμένα για να εξυπηρετούν τη δουλειά. Όχι απαραίτητα εκείνους που την κάνουν.
Η παράσταση
Η δράση εκτυλίσσεται στη διάρκεια απαιτητικών ημερών εργασίας, ανάμεσα σε αμέτρητες παραγγελίες, προσωπικές συγκρούσεις και μικρές στιγμές ανθρώπινης επαφής, που συχνά διακόπτονται από τις απαιτήσεις της δουλειάς.
Η συγκεκριμένη διασκευή του έργου περιλαμβάνει ένα πολυπολιτισμικό σύνολο εργαζομένων, που παραπέμπει περισσότερο στην εικόνα ενός σύγχρονου αστικού εστιατορίου. Διαφορετικές γλώσσες, καταγωγές και προσωπικές ιστορίες συναντιούνται στον ίδιο χώρο. Ανάμεσά τους, άνθρωποι που προσπαθούν να εξασφαλίσουν άδεια παραμονής, να αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσκολίες και να χτίσουν μια ζωή μακριά από τον τόπο τους.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή στηρίζεται στον ρυθμό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της παράστασης. Η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη αναδύεται από τα ίδια τα κουζινικά σκεύη, που μετατρέπονται σε κρουστά, ενώ η κινησιολογία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου μεταμορφώνει τη βάρδια σε χορογραφία ακριβείας.
Ο θεατής δεν παρακολουθεί την πίεση από απόσταση. Τη δέχεται. Ο θόρυβος, οι φωνές, οι παραγγελίες που διασταυρώνονται και τα σώματα που δεν σταματούν να κινούνται, είναι οργανωμένα έτσι ώστε η κούραση να περνά από τη σκηνή στο κοινό.
Αυτή η διαρκής ένταση αποτελεί ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη δύναμη και την αδυναμία της παράστασης. Ο καταιγιστικός ρυθμός υπηρετεί εξαιρετικά την αίσθηση της εξάντλησης, αλλά ορισμένες φορές αφήνει λιγότερο χώρο για να αναδειχθεί η ανθρώπινη πλευρά των χαρακτήρων. Ίσως, βέβαια, αυτή ακριβώς να είναι και η πιο εύστοχη αποτύπωση της πραγματικότητας που παρουσιάζεται: όταν όλα κινούνται τόσο γρήγορα, ποιος προλαβαίνει να ασχοληθεί με όσα αισθάνεται;
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται ο Μιχάλης Σαράντης, στον ρόλο του Αντρέι. Ένας μάγειρας εκρηκτικός και εύθραυστος μαζί, που μέσα στη ζέστη των μαγειρείων φαντάζεται μια διαφορετική ζωή στην εξοχή, με τη γυναίκα που αγαπά και το παιδί που θέλει να αποκτήσει. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό το όνειρο και στον πάγκο όπου εργάζεται είναι ίσως μία από τις πιο σκληρές αντιθέσεις του έργου. Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος με τη πίεση να ξεχειλίζει, με ξεσπάσματα που φέρνουν τον ίδιο και τους γύρω του στα όρια.
Γιατί αξίζει να τη δείτε
Πρόκειται για μια απαιτητική παράσταση, πίσω από την οποία κρύβονται λογικά ατελείωτες ώρες προβών. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά καλοδουλεμένο σύνολο, όπου 14 ηθοποιοί λειτουργούν σαν ένας οργανισμός μέσα σε ένα προσεκτικά σχεδιασμένο χάος. Κάτι σαν να παρακολουθείς συγχρονισμένη κολύμβηση επί σκηνής. Παράλληλα, ένα έργο γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του ’50 παρουσιάζεται σαν να γράφτηκε για το σήμερα. Προσοχή, όμως. Δεν είναι μία παράσταση για όσους αναζητούν ήσυχη ψυχολογική εμβάθυνση. Είναι μια έντονη θεατρική εμπειρία, κυρίως για όσους αντέχουν να ακούσουν τον θόρυβο της δικής τους καθημερινότητας να επιστρέφει από τη σκηνή.
Στη ρόδα της ζωής
Όπως οι μάγειρες της «Κουζίνας» προσπαθούν να ανταποκριθούν σε αμέτρητες παραγγελίες μέσα σε έναν ασταμάτητο θόρυβο, έτσι κι εμείς καλούμαστε καθημερινά να προλάβουμε τις δικές μας υποχρεώσεις. Και όσο προσπαθούμε να τα προλάβουμε όλα, τόσο λιγότερος χρόνος μένει για εμάς. Βρισκόμαστε σε μία διαρκή λούπα, μοιάζουμε κάπως με χάμστερ στη ρόδα. Τρέχουμε συνεχώς, αλλά όσο κι αν επιταχύνουμε, παραμένουμε στο ίδιο σημείο. Δουλεύουμε για να πληρωθούμε, πληρωνόμαστε για να καλύψουμε τις βασικές ανάγκες μας και την επόμενη ημέρα ξεκινάμε πάλι από την αρχή. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο η κούραση. Είναι όσα αφήνουμε στην άκρη για να συνεχίσουμε να ανταποκρινόμαστε σε αυτόν τον ρυθμό.
Ο Αντρέι εξακολουθεί να ονειρεύεται. Φαντάζεται μια ζωή διαφορετική από αυτή που γνωρίζει. Όμως, για πόσους ανθρώπους τα όνειρα και οι επιθυμίες τους έχουν μετατραπεί σε ένα διαρκές «κάποια άλλη στιγμή»; Όταν θα έχουμε περισσότερα χρήματα, όταν θα βρούμε χρόνο, όταν θα ηρεμήσουν τα πράγματα. Πόσοι άνθρωποι έχουν σταματήσει να κάνουν όνειρα; Κάπως έτσι, το «αύριο» παύει να είναι χώρος για όσα θέλουμε να ζήσουμε και μετατρέπεται απλώς σε μία λίστα με όσα πρέπει να γίνουν.
Ίσως το πιο ανησυχητικό να μην είναι ότι η καθημερινότητα μας έχει γίνει τόσο απαιτητική, αλλά ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε αυτή την κατάσταση φυσιολογική. Να συνηθίζουμε την εξάντληση, να συμβιβαζόμαστε με τον περιορισμένο προσωπικό χρόνο και να μεταθέτουμε όσα πραγματικά επιθυμούμε για μια στιγμή που μπορεί να μην έρθει ποτέ. Σε εκείνο το σημείο, μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Jaul από το κομμάτι «Outro»:
«Ποιος μιλάει, ποιος είναι αυτός, που θέλει να ζήσει, όχι να μείνει ζωντανός;!»
Η «Κουζίνα» δεν μιλά μόνο για τους ανθρώπους που δουλεύουν μέσα σε αυτήν. Μιλά για όλους εμάς, για μια κοινωνία που έμαθε να επιβιώνει, αλλά κινδυνεύει να ξεχάσει πώς είναι να ζει. Το ερώτημα που μένει είναι αν ακούμε ακόμη αυτή τη φωνή μέσα μας ή αν την έχει σκεπάσει ο θόρυβος της δικής μας κουζίνας.