Now on air
Street Radio Ο δρόμος σου είναι εδώ
Street Radio Ο δρόμος σου είναι εδώ
Γράφει η Ελευθερία Καμπούρογλου
Πόσο μπορεί να σε θίξει, να σε ταπεινώσει, να σε προσβάλει ανεπανόρθωτα ο θάνατος; Να σε προσβάλει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να δείξει τη δύναμή του απέναντι στη ζωή και πώς μπορείς να του αντεπιτεθείς, όταν τα μάτια σου είναι ερμητικά κλειστά; Και οι γύρω σου, τι μπορούν να κάνουν κι εκείνοι; «Το ουρλιαχτό θα έπρεπε να γράφεται με δύο λ». Να είναι μακρόσυρτο και υπόκωφα σπαρακτικό.
Αν παρασυρθεί κάποιος από τον τίτλο, πολύ πιθανόν να πιστέψει ότι πρόκειται για μια ρομαντική ιστορία, που ξετυλίγεται νωχελικά μέσα σε μια ξέφρενη γιορτή κάπου στο Μεξικό. Αν υποκύψεις στη γοητεία του εξωφύλλου του, θα αρχίσεις να συλλαβίζεις μέσα σου τις πρώτες λέξεις της ιστορίας. Η «Σενιορίτα» δεν είναι μια κοινή θνητή. Η «Σενιορτίτα» είναι μια ζωντανή–νεκρή. Η Dia De los Muertos (Η ημέρα των νεκρών) μια παραδοσιακή μεξικανική γιορτή ζωής και μνήμης για όσους έχουν φύγει, γίνεται το απόλυτο σκηνικό για την αποτύπωση του πόνου του θανάτου, της απώλειας και των οδυνηρών αναμνήσεων.
Στη νουβέλα της Έρσης Σωτηροπούλου, ανακαλείται το καρναβαλικό στοιχείο του Μπαχτίν, Ρώσου φιλόσοφου και θεωρητικού της λογοτεχνίας ο οποίος μελέτησε τις ιδιαίτερες κουλτούρες και τις ανατρεπτικές τους δυνάμεις και το ανέδειξε σε κεντρικό δομικό και αισθητικό άξονα. Η συγγραφέας το χρησιμοποιεί για να αναμετρηθεί με το ανείπωτο: την αρρώστια που δίνει εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τον άλλο κόσμο.
Το καρναβαλικό πλαίσιο της Dia de los Muertos αντιπαρατίθεται με τον καρνιβαλισμό της ανθρώπινης ζωής, με τη ζωή που κάποιες φορές αποτιμάται βιαστικά και υποτιμάται, με τον τρόπο που, για κάποιους επιστήμονες της ιατρικής ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αριθμητικά ψηφία, σε οικονομικό μέγεθος. Αυτή η μεξικάνικη φιέστα, ο χορός, και τα εδέσματα μπλέκονται με τις αναμνήσεις από τις ΜΕΘ, τους ογκολόγους και τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ στην Αθήνα, τονίζοντας τη συνύπαρξη των αντιθέτων.
Ζωή και θάνατος λικνίζονται μαζί στον ίδιο ρυθμό, καταργώντας τον χρόνο. Η Dia de los Muertos είναι ακριβώς αυτό. Μια μεξικάνικη γιορτή όπου οι ζωντανοί υποδέχονται με χαρά τις ψυχές των νεκρών, στον κόσμο μας. Μια ανατροπή του φόβου του θανάτου, ο οποίος απομυθοποιείται και αποσυνδέεται από την θλίψη. Οι συμμετέχοντες βάφουν τα πρόσωπά ως σκελετούς, παίρνουν την όψη του θανάτου και γιορτάζουν, μετατρέποντας μέσα από μακάβριες εικόνες τον τρόμο σε γλέντι.
Η όψη του θανάτου, στο βιβλίο της Σωτηροπούλου δανείζεται το πρόσωπο του καρκίνου. Σε μια καθαρά μπαχτινική σκηνή, ο καρκίνος προσωποποιείται και παρουσιάζεται σαν άρμα του Καρνάβαλου. Ένα γκροτέσκο σώμα με μια γκροτέσκα υπερβολή – πέντε πόδια, δύο ουρές, τρία μάτια… Οι «Βασιλικοί επίτροποι» τρέχουν ξωπίσω του και τον αερίζουν αλλαλάζοντας από χαρά. Το ιερό και το τρομακτικό υποβιβάζονται σε επίπεδο φάρσας. Ο καρνίβαλος είναι ο καρκίνος, οι αυλικοί του, οι γιατροί.
Με αιχμηρό χιούμορ και απέραντο θυμό, η ηρωίδα τους βάζει από την αρχή στο στόχαστρο. «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος». Στο μικροσκόπιο βάζει την αυθεντία τους, τον τρόπο που ανταποκρίνονται σε ένα ακόμα περιστατικό. Την προσφιλή και συνάμα απόμακρη στάση τους. Την απόσταση ασφαλείας που τους κρατά ψηλά στο επιστημονικό τους βάθρο. Ένα ακόμα περιστατικό…
Θα ήταν αναμενόμενο, η παραδοχή αυτή να περιέχει θλίψη, ήττα, οπισθοχώρηση. Η ηρωίδα της «Σενιορίτα» επιλέγει την επίθεση και δίνει αμέσως το ανατρεπτικό της στίγμα. Αποδομεί το πένθος. Αντί για τον ψυχρό, λογοκρατούμενο θρήνο, επιλέγει τη σωματική εξέγερση. Φυσάει το πένθος από τα πνευμόνια της, σαν καπνό. Φορώντας μια μάσκα, αψηφά τις απαγορεύσεις, βγαίνει έξω τη νύχτα και επιλέγει να κινηθεί μέσα στο πλήθος. Κάθε της βήμα κι ένα βουβό ουρλιαχτό, κάθε της πράξη μια προσπάθεια να ξαναβρεί τον παλμό της ζωής. Μια επίπονη αναδρομή στο παρελθόν.
Τότε που ένα γδάρσιμο στο λαιμό, δεν ήταν απλώς ένα στραβοκατάπημα, αλλά ένας ιστός, που έψαχνε διέξοδο διαφυγής από το σώμα σου, το άρρωστο σώμα σου. Και ψάχνεις αντίδοτο στη μοναξιά της άγνοιας, ένα χέρι να πιαστείς, κάποιον που, ως ειδικός, θα σε διαφωτίσει. Όμως εκείνος χάνεται πίσω από ένα ψυχρό «Τι θέλετε να σας πως τώρα;». Λες και είναι όλα ειπωμένα.
«Είναι ιατρικό προσόν, ακλόνητο και ανεπηρέαστο από τους τριγμούς της Ιστορίας», υπογραμμίζει η συγγραφέας, «τη μια στιγμή να εξετάζουν συνοφρυωμένοι έναν ασθενή στα τελευταία του, χειρονομώντας νευρικά στους συγγενείς που αγωνιούν… πετάγονται απότομα, εξοντωμένοι από τις ευθύνες, η οργή τους καταπνίγει, όλες οι αγωνίες, οι υπεράνθρωπες προσπάθειες και τα επιτεύγματα της Ιατρικής από τον Ιπποκράτη έως σήμερα που κοχλάζουν μέσα τους έτοιμα να εκραγούν, και το επόμενο λεπτό βρίσκονται στους διαδρόμους και τρέχουν χαρωποί στην καφετέρια λέγοντας αστειάκια μεταξύ τους. Αυτό είναι ταλέντο αξεπέραστο». Και για όλους εκείνους που στωικά περιμένουν, παράτολμα ελπίζουν και σιωπηλά προσεύχονται για τον δικό τους άνθρωπο, ο γιατρός, ο επιστήμονας, ο ειδικός, φαίνεται μια σύγχρονη Πυθία, Μεσσίας, Λυτρωτής.
Είναι συγκλονιστικές οι λέξεις που χρησιμοποιεί η Έρση Σωτηροπούλου, ο τρόπος που σε βάζει μέσα στο ξέφρενο σκηνικό, η αλήθεια χωρίς ωραιοποιήσεις ή κρυμμένα λόγια. Η αλήθεια κι ας πονάει. Και ποιος δεν έχει πονέσει όταν έχασε κάποιον δικό του άνθρωπο. Ποιος δεν ένιωσε στο πετσί του τις κούφιες, χιλιοπροβαρισμένες λέξεις να αντηχούν σαν αντίλαλος στα αυτιά του «Δυστυχώς, κάναμε ό,τι μπορούσαμε». Να μουδιάζεις, να παραλύεις, να λες «εφιάλτης είναι». Και μετά; Όλες εκείνες οι αναμνήσεις να σε σφυροκοπούν, να μπαινοβγαίνουν ανελέητα σε όποια ζωή σου έχει απομείνει. Να προσπαθείς και να ορκίζεσαι ότι το κάνεις και τα νερά της ζωής σου να μένουν ασάλευτα. Και εκείνος ο πόνος που σε βρίσκει κατάστηθα και δεν περνάει σχεδόν ποτέ, μέχρι και το δικό σου τέλος.
Σφιχτά δεμένη, γρήγορη στη ροή, ευθύβολη στο συναίσθημα, η «Σενιορίτα» της θίγει ζητήματα ανθρώπινα, συναισθήματα βαθιά, σκέψεις ριζωμένες και φέρνει στο προσκήνιο της παθογένειες της ιατρικής πρακτικής, του συστήματος υγείας, των φορέων, των οργανισμών και όσων εμπλέκονται σε ένα δυσλειτουργικό καθεστώς, που ενώ θα έπρεπε να συνοδεύεται από λέξεις όπως: ανθρώπινο, σπλαχνικό, υποστηρικτικό, τείνει να εγκλωβιστεί σε μία και μόνο λέξη: ανθρωποφαγία.
Now on air