Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, παρουσιάζεται ως μια παράσταση που δεν αντιμετωπίζει το αρχαίο κείμενο σαν μουσειακό έκθεμα, αλλά σαν ένα ζωντανό πολιτικό και ανθρώπινο ερώτημα. Το «όχι» της Αντιγόνης απέναντι στην εξουσία αποκτά σύγχρονη διάσταση και η σύγκρουση ανάμεσα στον νόμο της πολιτείας και στη συνείδηση του ανθρώπου παραμένει, όπως και στην αρχαιότητα, βαθιά επίκαιρη.
Η σκηνοθετική ματιά του Μουμουλίδη δίνει έμφαση στη σκοτεινή πλευρά της τραγωδίας και στη σταδιακή κλιμάκωση της σύγκρουσης. Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται τόσο να παρουσιάσει την Αντιγόνη ως μια άτρωτη ηρωίδα, όσο να φωτίσει το τίμημα της επιλογής της. Είναι μια γυναίκα που γνωρίζει εξαρχής πως η αντίστασή της μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο, αλλά επιλέγει να μην υποχωρήσει.
Η Λένα Παπαληγούρα στον ομώνυμο ρόλο δίνει στην ηρωίδα ένταση, ευαισθησία και αποφασιστικότητα. Η Αντιγόνη της δεν είναι μονοδιάστατη: πίσω από τη δύναμη υπάρχει φόβος, πίσω από την αποφασιστικότητα υπάρχει πόνος και πίσω από την εξέγερση υπάρχει βαθιά ανάγκη για δικαιοσύνη. Απέναντί της, ο Μελέτης Ηλίας ως Κρέων αποδίδει έναν άρχοντα που δεν είναι απλώς ένας «κακός» αντίπαλος, αλλά ένας άνθρωπος που παγιδεύεται στην ίδια του την εξουσία και στην αδυναμία του να αναγνωρίσει τα όριά της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνολική σκηνική ατμόσφαιρα. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου και η σκηνική δουλειά της Μικαέλα Λιακατά λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον βαρύ και τελετουργικό, χωρίς να απομακρύνουν την παράσταση από τον πυρήνα του έργου. Η κίνηση και η χορογραφική επιμέλεια της Πατρίσιας Απέργη προσθέτουν έναν ακόμη τρόπο αφήγησης, ιδιαίτερα σημαντικό σε μια τραγωδία όπου ο Χορός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δραματουργίας.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της παράστασης είναι ότι αφήνει χώρο στο βασικό ερώτημα του έργου να παραμείνει ανοιχτό: ποιος έχει τελικά δίκιο όταν ο νόμος συγκρούεται με τη συνείδηση; Η Αντιγόνη ή ο Κρέων; Η ατομική ηθική ή η κρατική εξουσία; Η παράσταση δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο που μπορεί να κάνει σήμερα μια «Αντιγόνη».
Στο φυσικό σκηνικό του Θεάτρου Βράχων, η τραγωδία αποκτά επιπλέον δύναμη. Ο ανοιχτός χώρος, η νυχτερινή ατμόσφαιρα και η αίσθηση συλλογικής θέασης ενισχύουν την τελετουργικότητα της παράστασης και μετατρέπουν την ιστορία της Θήβας σε μια εμπειρία που αφορά το εδώ και το τώρα.
Η «Αντιγόνη» του Θέμη Μουμουλίδη είναι μια παράσταση με πολιτική αιχμή και έντονο συναισθηματικό φορτίο, που αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του σοφόκλειου λόγου. Δεν προσπαθεί απλώς να μας θυμίσει την ιστορία της Αντιγόνης· μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι θα κάναμε εμείς όταν θα ερχόταν η στιγμή να επιλέξουμε ανάμεσα στην υπακοή και στη συνείδησή μας.