“Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια” μια δυναμική “παρουσία” που σήμερα κρίνεται κάτι παραπάνω από απαραίτητη

"H Στέλλα με τα κόκκινα γάντια" από Τετάρτη μέχρι Κυριακή στο Θέατρο Τέχνης στην σκηνή της Φρυνίχου

“Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια”, η αριστουργηματική μελοδραματική ηθικογραφία του Ιάκωβου Καμπανέλλη, επισκιάστηκε από την κινηματογραφική μεταφορά “Στέλλα” και από το στίγμα της αξεπέραστης Μελίνας Μερκούρη. Τα τελευταία χρόνια, η Στέλλα έχει βρει και πάλι τον δρόμο για το θεατρικό σανίδι, σε μία εποχή όπου η “παρουσία της” κρίνεται κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

Φέτος, το Θέατρο Τέχνης σε σύμπραξη με το Εθνικό Θέατρο, παρουσιάζει στη σκηνή της Φρυνίχου την κλασσική αλλά συνάμα πάντοτε διαχρονική, ιστορία της Στέλλας και του Μίλτου, σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα. Από την Πέμπτη μέχρι την Κυριακή, το “Νυχτερινό Κέντρο η Μαρία”, ανοίγει τις πόρτες του για ένα πέρασμα στη μετεμφυλιακή Αθήνα που αρχίζει να βγάζει φτερά, να επουλώνει πληγές και να ονειρεύεται λαμπερά φώτα και φλύαρες μαρκίζες. Ένα κέντρο που ο λιγοστός κόσμος που συγκεντρώνει δεν αποτελεί τροχοπέδη γιατί το όραμα, είναι βαθιά ριζωμένο στις ψυχές των πρωταγωνιστών.

Εκεί η Στέλλα, το αστέρι του μαγαζιού, είναι μία γυναίκα αντισυμβατική, με πληθωρικό ταμπεραμέντο, ψυχή περήφανη και φωνή στιβαρή. Η Στέλλα εν αντιθέσει με τις κοινωνικές προσταγές επιθυμεί την ελευθερία της, δεν μπαίνει σε καλούπια, ούτε υπακούει στις παραδοσιακές αρχές, πράγμα που σκανδαλίζει τις υπόλοιπες γυναίκες και τις κάνει να ζηλεύουν κρυφά, καθώς εκπληρώνει τις καταπιεσμένες τους επιθυμίες με τρόπο θαρραλέο και ευθύ. Οι άνδρες από την άλλη, φαίνεται να απολαμβάνουν την παρουσία της, να επιθυμούν να βρεθούν κοντά της και να ζεσταίνονται από τον ήλιο που λάμπει μέσα στην ψυχή της και την επιθυμία της για ζωή. Τι γίνεται όμως όταν κάποιος ερωτευτεί μία τέτοια γυναίκα; Μπορεί να την αποδεχθεί όπως είναι και να μην προσπαθήσει να την αλλάξει;

“Μην προσπαθήσεις να με αλλάξεις” ακούγεται να λέει με αγωνία η Εύη Σαουλίδου, μέσα από τον ρόλο της Στέλλας. Η αλήθεια είναι ότι πριν εμφανιστεί στη σκηνή, αγωνιούσα και αμήχανα σκεφτόμουν πόσο μεγάλο βάρος κουβαλάει στους ώμους της, καθώς μιλάμε για έναν ρόλο που ανέδειξε η Μελίνα Μερκούρη και έγινε ένα με αυτόν. Ευτυχώς δεν υπήρχε καμία προσπάθεια μίμησης ούτε σκηνοθετικά αλλά ούτε και ερμηνευτικά. Η ίδια, ούσα μία μελαχρινή και διαφορετική Στέλλα, συμβολίζει όλες εκείνες τις γυναίκες που ανεξαρτήτως ηλικίας και στερεοτύπων δεν φοβούνται να αποτινάξουν από πάνω τους τον μανδύα της πατριαρχίας. Το ίδιο θεωρώ πως συμβολίζει και η επιλογή μιας τελείως διαφορετικής Αννέτας (Ανθή Ευστρατιάδου) αλλά και μιας κυρίας Μαρίας που δεν χρειάστηκε να μεταμφιεστεί σε μία γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας για να μπορέσει να υποδυθεί την ιδιοκτήτρια του νυχτερινού κέντρου.

Γυρνώντας όμως πίσω, στο κουβάρι που ξεδιπλώνεται πάνω στη σκηνή της Φρυνίχου, ο Μίλτος και η Στέλλα, σαν δύο πόλοι αντίθετοι αλλά ταυτόχρονα απολύτως ταιριαστοί προσελκύουν ο ένας τον άλλον. Εκείνος της υπόσχεται ότι “την θέλει για αυτό που είναι και δεν θα προσπαθήσει να την αλλάξει”. Φαίνονται και είναι ευτυχισμένοι μέχρι να της προτείνει να παντρευτούν και να παρατήσει το όνειρο της μεγάλης καριέρας. Όπως εκείνος ομολογεί “δεν μπορεί να βλέπει τους άλλους να την κοιτούν κάθε βράδυ”. Ο Μίλτος αρχίζει να αισθάνεται ότι είναι κτήμα του κι η Στέλλα αρχίζει να αισθάνεται ότι απειλείται το αυτεξούσιό της. Για να μην τον χάσει του απαντάει “ναι”, όμως μέσα της το ηφαίστειο σιγοβράζει μέχρι να κάψει με τη λάβα του ότι βρεθεί στο διάβα της εκείνη τη στιγμή. Η συνάντηση με τη μητέρα του Μίλτου (εξαιρετική ερμηνεία από την Κατερίνα Λυπηρίδου, “δίνει τα ρέστα της” και στους μονολόγους που παρουσιάζονται στην παράσταση), λειτουργεί ως καταλύτης για να παρθεί η απόφαση. Η πορεία προς το τέλος γνωστή. Μία γυναίκα οδηγείται στον θάνατο. Σκέφτομαι πως την εποχή της κινηματογραφικής “Στέλλας” τα πράγματα ήταν τόσο διαφορετικά αλλά συνάμα παρουσιάζουν τρομακτικές ομοιότητες. Οι έμφυλες διακρίσεις, η πατριαρχία και τα στερεότυπα που επηρέασαν γενεές ολόκληρες, είναι βαθιά ριζωμένα και δυστυχώς η ιστορία της Στέλλας, είναι η ιστορία της γυναίκας της διπλανής πόρτας εν έτει 2022. Πλέον όροι όπως γυναικοκτονία και πατριαρχία υπάρχουν στο λεξιλόγιό μας για να καθορίζουν ένα  τραγικό φαινόμενο, που εκείνη την εποχή, οι φυλλάδες και οι κριτικές ονόμασαν “έγκλημα πάθους”.

Ίσως αυτή η αυτογνωσία να οδήγησε και στην επιλογή μιας πιο μακροσκελούς παρουσίασης της ψυχοσύνθεσης της Αννέτας αλλά και της Μαρίας. Φυσικά, από τη σκηνή δεν έλειπαν οι κοινωνικο- οικονομικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ελλάδας, όπως και η νοσταλγία για την παλιά Αθήνα, με προβολές στιγμιότυπων που φέρνουν στη μνήμη τη θρυλική Στέλλα, με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Φυσικά δεν λείπουν οι στιγμές γέλιου που κρίνονται απαραίτητες σε μία παράσταση που διαρκεί περίπου δύο ώρες και κινδυνεύει να κουράσει τον θεατή, με μία υπόθεση που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζεται “βαριά”. Ο Θοδωρής Σκυφτούλης μέσα από τον ρόλο του Μήτσου, μας προσφέρει άφθονο γέλιο, κρατώνας έτσι τις ισορροπίες.

Άλλο ένα στοιχείο που επίσης κάνει την παράσταση να αξίζει, είναι η ζωντανή μουσική και το εξαιρετικό ερμηνευτικό ταλέντο των πρωταγωνιστών που γίνεται έκδηλο μέσα από το άκουσμα αγαπημένων τραγουδιών που αγαπήσαμε μέσα από την ταινία. Μικρές (ή μεγαλύτερες) σκηνοθετικές πινελιές όπως η μεταφορά αντικειμένων και χαλιών από τους πρωταγωνιστές, δίνουν στον θεατή τη δυνατότητα να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο τον συμβολισμό τους. Συμβουλή: Μην περιμένετε να παρακολουθήσετε ένα πιστό ομοίωμα της θρυλικής ταινίας και μην “πέσετε” στην παγίδα των λεπτομερών συγκρίσεων.

γράφει η Αύρα Μπακούρου “Eyes on fire” ΠΕΜ. 18:00-20:00


Street Radio

ο δρόμος σου είναι εδώ

Current track
TITLE
ARTIST